Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desobedecer
01
ανυπακοή
no hacer lo que una persona con autoridad manda o no cumplir una regla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desobedezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
desobedece
ενεστώτα μετοχή
desobedeciendo
απλός αόριστος
desobedeció
παθητική μετοχή
desobedecido
Παραδείγματα
No podemos desobedecer las instrucciones de seguridad.
Δεν μπορούμε να απειθαρχήσουμε στις οδηγίες ασφαλείας.



























