Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desmenuzar
01
θρυμματίζω, συντρίβω σε μικρά κομμάτια
deshacer algo en partes o migas muy pequeñas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desmenuzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desmenuza
ενεστώτα μετοχή
desmenuzando
απλός αόριστος
desmenuzó
παθητική μετοχή
desmenuzado
Παραδείγματα
Desmenuza el atún en conserva con un tenedor para la ensalada.
Ψιλοκόψτε τον τόνο σε κονσέρβα με πιρούνι για τη σαλάτα.
02
αναλύω, εξετάζω λεπτομερώς
analizar o examinar algo con mucho detalle
Παραδείγματα
El profesor desmenuzó el poema línea por línea.
Ο καθηγητής αναλύθηκε το ποίημα γραμμή προς γραμμή.



























