Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desmenuzar
01
θρυμματίζω, συντρίβω σε μικρά κομμάτια
deshacer algo en partes o migas muy pequeñas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desmenuzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
desmenuza
ενεστώτα μετοχή
desmenuzando
απλός αόριστος
desmenuzó
παθητική μετοχή
desmenuzado
Παραδείγματα
Para el relleno, desmenuza la carne cocida con las manos.
Για τη γέμιση, θρυμματίστε το μαγειρεμένο κρέας με τα χέρια σας.
02
αναλύω, εξετάζω λεπτομερώς
analizar o examinar algo con mucho detalle
Παραδείγματα
Los periodistas desmenuzan cada declaración del presidente.
Οι δημοσιογράφοι αναλύουν λεπτομερώς κάθε δήλωση του προέδρου.



























