Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deslumbrar
01
εκθαμβώνω
causar gran admiración o asombro en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deslumbro
γ΄ ενικό πρόσωπο
deslumbra
ενεστώτα μετοχή
deslumbrando
απλός αόριστος
deslumbró
παθητική μετοχή
deslumbrado
Παραδείγματα
La actuación del cantante me deslumbró.
Η ερμηνεία του τραγουδιστή με εκθαύμασε.
02
τυφλώνω, εκτυφλώνω
causar que alguien no pueda ver temporalmente por la intensidad de la luz
Παραδείγματα
El sol me deslumbró al salir de la casa.
Ο ήλιος με τύφλωσε βγαίνοντας από το σπίτι.



























