Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deslumbrar
01
εκθαμβώνω
causar gran admiración o asombro en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deslumbro
γ΄ ενικό πρόσωπο
deslumbra
ενεστώτα μετοχή
deslumbrando
απλός αόριστος
deslumbró
παθητική μετοχή
deslumbrado
Παραδείγματα
Su conocimiento deslumbró a los estudiantes.
Η γνώση του εκθαύμασε τους μαθητές.
02
τυφλώνω, εκτυφλώνω
causar que alguien no pueda ver temporalmente por la intensidad de la luz
Παραδείγματα
El resplandor del fuego me deslumbró.
Η λάμψη της φωτιάς με τυφλώσει.



























