desobedecer
desobedecer

Ορισμός και σημασία του "desobedecer"στα ισπανικά

desobedecer
01

ανυπακοή

no hacer lo que una persona con autoridad manda o no cumplir una regla 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
desobedezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
desobedece
ενεστώτα μετοχή
desobedeciendo
απλός αόριστος
desobedeció
παθητική μετοχή
desobedecido
Παραδείγματα
Si desobedeces las reglas, habrá consecuencias. 

Αν δεν υπακούσεις στους κανόνες, θα υπάρξουν συνέπειες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store