Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La importación
01
εισαγωγή, εισφορά
acción de traer productos o bienes de otro país para venderlos o usarlos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
importaciones
Παραδείγματα
La importación de vehículos aumentó este año.
Η εισαγωγή οχημάτων αυξήθηκε φέτος.



























