Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
importante
01
σημαντικός
que tiene mucho valor, interés o influencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más importante
συγκριτικός βαθμός
más importante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
importante
αρσενικό πληθυντικό
importantes
θηλυκό ενικό
importante
θηλυκό πληθυντικό
importantes
Παραδείγματα
Lo más importante es la salud.
Το πιο σημαντικό είναι η υγεία.
02
σημαντικός, σοβαρός
que requiere atención, cuidado o consideración por su relevancia o consecuencias
Παραδείγματα
El jefe nos dio instrucciones importantes antes de la reunión.
Το αφεντικό μας έδωσε σημαντικές οδηγίες πριν από τη συνάντηση.



























