Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
importar
01
έχω σημασία, είμαι σημαντικός
tener valor o importancia; ser significativo para alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
importo
γ΄ ενικό πρόσωπο
importa
ενεστώτα μετοχή
importando
απλός αόριστος
importé
παθητική μετοχή
importado
Παραδείγματα
Importa más la calidad que la cantidad.
Να έχει σημασία περισσότερο η ποιότητα από την ποσότητα.
02
εισάγω, εισάγω
traer productos, bienes o mercancías de otro país para venderlos o usarlos
Παραδείγματα
Importamos vinos franceses para nuestro restaurante.
Εισάγουμε γαλλικά κρασιά για το εστιατόριό μας.



























