Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imposible
01
αδύνατος
que no se puede hacer, lograr o realizar bajo ninguna circunstancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más imposible
συγκριτικός βαθμός
más imposible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imposible
αρσενικό πληθυντικό
imposibles
θηλυκό ενικό
imposible
θηλυκό πληθυντικό
imposibles
Παραδείγματα
Es imposible que todos estén de acuerdo.
Είναι αδύνατο να συμφωνήσουν όλοι.



























