importar
Pronunciation
/ˌimpɔɾtˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "importar"στα ισπανικά

importar
01

έχω σημασία, είμαι σημαντικός

tener valor o importancia; ser significativo para alguien o algo
importar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
importo
γ΄ ενικό πρόσωπο
importa
ενεστώτα μετοχή
importando
απλός αόριστος
importé
παθητική μετοχή
importado
Παραδείγματα
Importa más la calidad que la cantidad.
Να έχει σημασία περισσότερο η ποιότητα από την ποσότητα.
02

εισάγω, εισάγω

traer productos, bienes o mercancías de otro país para venderlos o usarlos
importar definition and meaning
Παραδείγματα
Importamos vinos franceses para nuestro restaurante.
Εισάγουμε γαλλικά κρασιά για το εστιατόριό μας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store