Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imponente
01
εντυπωσιακός, επιβλητικός
que causa admiración o respeto por su tamaño, belleza o carácter
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más imponente
συγκριτικός βαθμός
más imponente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imponente
αρσενικό πληθυντικό
imponentes
θηλυκό ενικό
imponente
θηλυκό πληθυντικό
imponentes
θεματικό πεδίο
apariencia, cualidad, efecto
Παραδείγματα
El castillo es imponente y se ve desde lejos.
Το κάστρο είναι επιβλητικό και φαίνεται από μακριά.
LanGeek



























