imponente
im
im
im
po
po
po
nen
ˈnen
nen
te
te
te
impotenteimpudente

Ορισμός και σημασία του "imponente"στα ισπανικά

01

εντυπωσιακός, επιβλητικός

que causa admiración o respeto por su tamaño, belleza o carácter 
imponente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más imponente
συγκριτικός βαθμός
más imponente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imponente
αρσενικό πληθυντικό
imponentes
θηλυκό ενικό
imponente
θηλυκό πληθυντικό
imponentes
Παραδείγματα
El castillo es imponente y se ve desde lejos. 

Το κάστρο είναι επιβλητικό και φαίνεται από μακριά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store