implicar
imp
imp
imp
li
li
li
car
ˈkaɾ
kar
implorar

Ορισμός και σημασία του "implicar"στα ισπανικά

implicar
01

υπονοώ, σημαίνω

significar o dar a entender algo sin decirlo directamente 
implicar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
implico
γ΄ ενικό πρόσωπο
implica
ενεστώτα μετοχή
implicando
απλός αόριστος
impliqué
παθητική μετοχή
implicado
Παραδείγματα
Sus palabras implican que no está de acuerdo. 

Τα λόγια του υποδηλώνουν ότι δεν συμφωνεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store