implicar
Pronunciation
/ˌimplikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "implicar"στα ισπανικά

implicar
01

υπονοώ, σημαίνω

significar o dar a entender algo sin decirlo directamente
implicar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
implico
γ΄ ενικό πρόσωπο
implica
ενεστώτα μετοχή
implicando
απλός αόριστος
impliqué
παθητική μετοχή
implicado
Παραδείγματα
Ese comentario implica que no confía en nosotros.
Αυτό το σχόλιο υποδηλώνει ότι δεν μας εμπιστεύεται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store