Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
implicar
01
υπονοώ, σημαίνω
significar o dar a entender algo sin decirlo directamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
implico
γ΄ ενικό πρόσωπο
implica
ενεστώτα μετοχή
implicando
απλός αόριστος
impliqué
παθητική μετοχή
implicado
Παραδείγματα
Sus palabras implican que no está de acuerdo.
Τα λόγια του υποδηλώνουν ότι δεν συμφωνεί.



























