Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mantener
01
κρατώ, διατηρώ
sostener o conservar algo en una posición o estado determinado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
mantengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
mantiene
ενεστώτα μετοχή
manteniendo
απλός αόριστος
mantuvo
παθητική μετοχή
mantenido
Παραδείγματα
Ella mantuvo la puerta abierta con el pie.
Κράτησε την πόρτα ανοιχτή με το πόδι της.
02
διατηρώ
conservar algo en buen estado o seguir cuidando algo o a alguien
Παραδείγματα
Ella mantiene una buena relación con sus amigos.
Αυτή διατηρεί μια καλή σχέση με τους φίλους της.
03
παραμένω
permanecer en un estado o condición sin cambiar
Παραδείγματα
Él se mantiene saludable gracias al ejercicio.
Αυτός παραμένει υγιής χάρη στην άσκηση.
04
διατηρώ
proporcionar lo necesario para vivir o funcionar
Παραδείγματα
Él mantiene a toda su familia.
Διατηρώ ολόκληρη την οικογένειά του.



























