Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El mantenimiento
01
συντήρηση, διατήρηση
acción de cuidar o conservar algo para que funcione bien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El mantenimiento del coche es muy importante.
Η συντήρηση του αυτοκινήτου είναι πολύ σημαντική.
LanGeek



























