el mantenimiento
Pronunciation
/mˌantenimjˈɛnto/

Ορισμός και σημασία του "mantenimiento"στα ισπανικά

El mantenimiento
[gender: masculine]
01

συντήρηση, διατήρηση

acción de cuidar o conservar algo para que funcione bien
el mantenimiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
La empresa ofrece servicios de mantenimiento.
Η εταιρεία προσφέρει υπηρεσίες συντήρησης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store