Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La manualidad
01
χειροτεχνία, χειρονακτική εργασία
objeto hecho a mano con habilidad, generalmente con fines decorativos o educativos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
manualidades
Παραδείγματα
Las manualidades pueden ser simples o muy elaboradas.
Χειροτεχνίες μπορεί να είναι απλές ή πολύ περίτεχνες.



























