Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acabar
01
τελειώνω, ολοκληρώνω
llegar al final de algo o completar una acción con un objeto directo
Παραδείγματα
Él acabó la pintura del salón ayer.
Αυτός τελείωσε το βάψιμο του καθιστικού χθες.
02
τελειώνω, εξαντλούμαι
terminar o agotarse algo hasta que no queda más
Παραδείγματα
Se acabaron las reservas del hotel para este fin de semana.
Οι κρατήσεις του ξενοδοχείου τελείωσαν για αυτό το σαββατοκύριακο.
03
τελειώνω, ολοκληρώνω
llegar a su fin sin un objeto directo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acabo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acaba
ενεστώτα μετοχή
acabando
απλός αόριστος
acabé
παθητική μετοχή
acabado
Παραδείγματα
El festival acabó con fuegos artificiales.
Το φεστιβάλ τελείωσε με πυροτεχνήματα.
acabar de
01
indica que una acción se ha completado muy recientemente
Παραδείγματα
Acaban de comprar una casa nueva.



























