Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acabar
01
τελειώνω, ολοκληρώνω
llegar al final de algo o completar una acción con un objeto directo
Παραδείγματα
Acabé el libro que estaba leyendo.
Τελείωσα το βιβλίο που διάβαζα.
02
τελειώνω, εξαντλούμαι
terminar o agotarse algo hasta que no queda más
Παραδείγματα
Se acabó la leche en la nevera.
Το γάλα τελείωσε στο ψυγείο.
03
τελειώνω, ολοκληρώνω
llegar a su fin sin un objeto directo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
acabo
γ΄ ενικό πρόσωπο
acaba
ενεστώτα μετοχή
acabando
απλός αόριστος
acabé
παθητική μετοχή
acabado
Παραδείγματα
La película acabó a las diez de la noche.
Η ταινία τελείωσε στις δέκα το βράδυ.
acabar de
01
indica que una acción se ha completado muy recientemente
Παραδείγματα
Acabo de llegar a casa.



























