Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El aburrimiento
01
βαρεμάρα, πλήξη
estado de estar cansado o sin interés por algo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El aburrimiento apareció durante la larga reunión.
Η βαρεμάρα εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της μακράς συνάντησης.



























