Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abundante
01
άφθονος, πλούσιος
que existe en gran cantidad o se presenta con frecuencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más abundante
συγκριτικός βαθμός
más abundante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
abundante
αρσενικό πληθυντικό
abundantes
θηλυκό ενικό
abundante
θηλυκό πληθυντικό
abundantes
Παραδείγματα
El pescado es abundante en esta región.
Το ψάρι είναι άφθονο σε αυτήν την περιοχή.



























