abusar
Pronunciation
/ˌaβusˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "abusar"στα ισπανικά

abusar
01

καταχρώμαι

usar algo o a alguien de manera indebida o dañina
abusar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abuso
γ΄ ενικό πρόσωπο
abusa
ενεστώτα μετοχή
abusando
απλός αόριστος
abusé
παθητική μετοχή
abusado
Παραδείγματα
Abusar de sustancias lleva a la adicción.
Η κατάχρηση ουσιών οδηγεί στον εθισμό.
02

εκμεταλλεύομαι κάποιον ή του προκαλώ κακό, ειδικά σεξουαλικής φύσης

aprovecharse de alguien o hacerle daño, especialmente de naturaleza sexual
Παραδείγματα
El sistema falló al no proteger a aquellos de quienes se sabía que abusaban.
Το σύστημα απέτυχε να προστατεύσει εκείνους για τους οποίους ήταν γνωστό ότι καταχρώνται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store