Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abusar
[past form: abusé][present form: abuso]
01
καταχρώμαι
usar algo o a alguien de manera indebida o dañina
Παραδείγματα
Abusar de sustancias lleva a la adicción.
Η κατάχρηση ουσιών οδηγεί στον εθισμό.
02
εκμεταλλεύομαι κάποιον ή του προκαλώ κακό, ειδικά σεξουαλικής φύσης
aprovecharse de alguien o hacerle daño, especialmente de naturaleza sexual
Παραδείγματα
El sistema falló al no proteger a aquellos de quienes se sabía que abusaban.
Το σύστημα απέτυχε να προστατεύσει εκείνους για τους οποίους ήταν γνωστό ότι καταχρώνται.



























