abusar
a
a
a
bu
βu
boo
sar
ˈsaɾ
sar
acusar

Ορισμός και σημασία του "abusar"στα ισπανικά

abusar
01

καταχρώμαι

usar algo o a alguien de manera indebida o dañina 
abusar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
abuso
γ΄ ενικό πρόσωπο
abusa
ενεστώτα μετοχή
abusando
απλός αόριστος
abusé
παθητική μετοχή
abusado
Παραδείγματα
No debes abusar del alcohol. 

Δεν πρέπει να καταχρώνται το αλκοόλ.

02

εκμεταλλεύομαι κάποιον ή του προκαλώ κακό, ειδικά σεξουαλικής φύσης

aprovecharse de alguien o hacerle daño, especialmente de naturaleza sexual 
Παραδείγματα
Es un crimen horrible abusar de un niño. 

Είναι ένα φρικτό έγκλημα να κακοποιείς ένα παιδί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store