jam-packed
jam
ʤæm
jām
packed
pækt
pākt

Ορισμός και σημασία του "jam-packed"στα αγγλικά

jam-packed
01

γεμάτος, στριμωγμένος

completely filled, with little or no room for additional content 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most jam-packed
συγκριτικός βαθμός
more jam-packed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The train was jam-packed with commuters during rush hour. 

Το τρένο ήταν γεμάτο με επιβάτες κατά τις ώρες αιχμής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store