Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jail
01
φυλακή, δεσμωτήριο
a place where criminals are put into by law as a form of punishment for their crimes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jails
Παραδείγματα
She was sentenced to a year in jail for her involvement in the robbery.
Καταδικάστηκε σε ένα χρόνο φυλάκιση για τη συμμετοχή της στη ληστεία.
to jail
01
φυλακίζω, εγκλείω
to put someone in a designated facility either as punishment or while waiting for legal proceedings
Transitive: to jail sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jail
γ΄ ενικό πρόσωπο
jails
ενεστώτα μετοχή
jailing
απλός αόριστος
jailed
παθητική μετοχή
jailed
Παραδείγματα
The court decided to jail the convicted robber for a term of five years.
Το δικαστήριο αποφάσισε να φυλακίσει τον καταδικασμένο ληστή για πενταετή θητεία.



























