jailbreak
jail
ˈʤeɪl
jeil
break
breɪk
breik
gaolbreak

Ορισμός και σημασία του "jailbreak"στα αγγλικά

01

απόδραση, απόδραση από τη φυλακή

an escape from jail or prison 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jailbreaks
Παραδείγματα
There was a jailbreak at the local prison. 

Συνέβη μια απόδραση στη τοπική φυλακή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

jailbreak

jail

+

break

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store