itinerary
i
ai
ti
ˈtɪ
ti
ne
ra
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "itinerary"στα αγγλικά

01

διαδρομή, πρόγραμμα ταξιδιού

a plan of the route and the places that one will visit on a journey 
itinerary definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
itineraries
Παραδείγματα
The tour company sent us a detailed itinerary, breaking down our day-to-day activities and highlighting the main attractions. 

Η εταιρεία ταξιδιών μας έστειλε ένα λεπτομερές πρόγραμμα διαδρομής, αναλύοντας τις καθημερινές μας δραστηριότητες και τονίζοντας τα κύρια αξιοθέατα.

02

διαδρομή, ταξιδιωτικός οδηγός

a book or document providing information and guidance for travelers 
Παραδείγματα
The traveler carried an itinerary to navigate the city. 

Ο ταξιδιώτης κουβαλούσε ένα πρόγραμμα ταξιδιού για να πλοηγηθεί στην πόλη.

03

διαδρομή, πορεία

a regular or established route used for travel or access 
Παραδείγματα
The bus service operates on a strict itinerary. 

Η υπηρεσία λεωφορείων λειτουργεί σύμφωνα με ένα αυστηρό δρομολόγιο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store