Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to itinerate
01
περιφέρομαι, ταξιδεύω τακτικά
o travel from one location to another, often on a regular circuit, for a specific purpose or duty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
itinerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
itinerates
ενεστώτα μετοχή
itinerating
απλός αόριστος
itinerated
παθητική μετοχή
itinerated
Παραδείγματα
He chose to itinerate across the countryside, spreading his message to remote villages.
Επέλεξε να περιπλανηθεί στην ύπαιθρο, διαδίδοντας το μήνυμά του σε απομακρυσμένα χωριά.
Λεξικό Δέντρο
itineration
itinerate



























