itinerant
i
αι
ti
ˈtɪ
τι
ne
να
rant
rənt
ραντ

Ορισμός και σημασία του "itinerant"στα αγγλικά

01

περιπλανώμενος εργάτης, εποχιακός εργάτης

a worker or laborer who travels from one place to another, usually to find temporary employment 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
itinerants
Παραδείγματα
The farm relied on itinerants during the harvest season. 

Το αγρόκτημα βασίστηκε στους περιπλανώμενους εργάτες κατά τη διάρκεια της σεζόν της συγκομιδής.

01

περιπλανώμενος, νομάς

(of a person) traveling from place to place, often for work or a specific purpose 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most itinerant
συγκριτικός βαθμός
more itinerant
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
lifestyle, occupation, movement
Παραδείγματα
Farmers often relied on itinerant laborers during the harvest season to ensure they had enough hands on deck. 

Οι αγρότες συχνά βασίζονταν σε περιπλανώμενους εργάτες κατά τη διάρκεια της σεζόν της συγκομιδής για να διασφαλίσουν ότι είχαν αρκετά χέρια στο κατάστρωμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store