Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Islet
01
νησάκι, μικρό νησί
a small piece of land surrounded by water
Παραδείγματα
The treasure map indicated that the gold was buried on an islet off the coast of the main island.
Ο χάρτης του θησαυρού έδειχνε ότι ο χρυσός ήταν θαμμένος σε ένα νησάκι στα ανοιχτά της ακτής του κύριου νησιού.



























