islander
is
ˈaɪ
ai
lan
lən
lēn
der

Ορισμός και σημασία του "islander"στα αγγλικά

01

νησιώτης, κάτοικος νησιού

an inhabitant of an island 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
islanders

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store