Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Islander
01
νησιώτης, κάτοικος νησιού
an inhabitant of an island
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
islanders
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
νησιώτης, κάτοικος νησιού