Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irritable
01
ευερέθιστος, οξύθυμος
prone to annoyance or frustration
Παραδείγματα
Lack of food can make anyone irritable, so let's eat soon.
Η έλλειψη τροφής μπορεί να κάνει τον καθένα ευερέθιστο, οπότε ας φάμε σύντομα.
02
ευερέθιστος, ευαίσθητος
sensitive to or easily affected by stimuli
Παραδείγματα
His skin is irritable and reacts to the slightest change in detergent.
Το δέρμα του είναι ευερέθιστο και αντιδρά στην παραμικρή αλλαγή στο απορρυπαντικό.
03
ευερέθιστος, ενοχλητικός
abnormally sensitive to a stimulus
Λεξικό Δέντρο
irritability
irritably
irritable
irrit



























