irrefutable
ir
ɪr
ir
re
ri
fu
fju:
fyoo
ta
ble
bəl
bēl
inscrutabledisputableindisputableunsuitable

Ορισμός και σημασία του "irrefutable"στα αγγλικά

irrefutable
01

αναντίρρητος, αδιαμφισβήτητος

so clear or convincing that it cannot be reasonably disputed or denied 
irrefutable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irrefutable
συγκριτικός βαθμός
more irrefutable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Faced with irrefutable satellite images, the government had to acknowledge the construction project they previously denied. 

Αντιμέτωποι με αναμφισβήτητες δορυφορικές εικόνες, η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αναγνωρίσει το έργο κατασκευής που προηγουμένως είχε αρνηθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store