irreducible
ir
ɪr
ir
re
ri
du
dju:
dyoo
ci
si
ble
bəl
bēl

Ορισμός και σημασία του "irreducible"στα αγγλικά

irreducible
01

ανάγωγος, μη απλοποιήσιμος

incapable of being simplified any more than it already is 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irreducible
συγκριτικός βαθμός
more irreducible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
complexity, principles, mathematics
Παραδείγματα
The concept of human rights is based on the irreducible principle that every individual possesses inherent dignity and worth. 

Η έννοια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων βασίζεται στη μη αναγώγιμη αρχή ότι κάθε άτομο διαθέτει εγγενή αξιοπρέπεια και αξία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

irreducible
reducible
reduce
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store