Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irrationally
01
παράλογα, με ανορθόδοξο τρόπο
in a way that lacks reason, logic, or clear thinking
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He reacted irrationally to the news, shouting and pacing the room.
Αντέδρασε παράλογα στην είδηση, φωνάζοντας και περπατώντας στο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
irrationally
rationally
rational



























