Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to irradiate
01
ακτινοβολώ, φωτίζω
to shine or cast rays of light upon something
Transitive: to irradiate a space
Παραδείγματα
The lanterns irradiated the campsite, creating a warm and cozy atmosphere.
Οι φανοί φώτιζαν τον καταυλισμό, δημιουργώντας μια ζεστή και ευχάριστη ατμόσφαιρα.
02
ακτινοβολώ, εκθέτω σε ακτινοβολία
to expose something to radiation or light
Transitive: to irradiate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
irradiate
γ΄ ενικό πρόσωπο
irradiates
ενεστώτα μετοχή
irradiating
απλός αόριστος
irradiated
παθητική μετοχή
irradiated
Παραδείγματα
The scientists irradiated the plant samples with UV light to study their reaction.
Οι επιστήμονες ενέδωσαν τα δείγματα φυτών με υπεριώδη ακτινοβολία για να μελετήσουν την αντίδρασή τους.
03
φωτίζω, διαφωτίζω
to enlighten someone's mind or soul with knowledge, insight, or wisdom
Transitive: to irradiate someone's mind or soul
Παραδείγματα
Through profound conversations and deep reflection, the poet irradiated her readers.
Μέσα από βαθιές συζητήσεις και βαθιά ανάκλαση, η ποιήτρια φώτισε τους αναγνώστες της.
Λεξικό Δέντρο
irradiate
radiate
radi



























