irrational
ir
ɪr
ir
ra
tio
ʃə
shē
nal
nəl
nēl
rationalnationaltransnationalmultinational

Ορισμός και σημασία του "irrational"στα αγγλικά

irrational
01

παράλογος, ανορθολογικός

not based on reason or logic 
irrational definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irrational
συγκριτικός βαθμός
more irrational
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her fear of flying was irrational since statistics showed that it is one of the safest modes of transportation. 

Ο φόβος της για την πτήση ήταν παράλογος καθώς τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν ότι είναι ένα από τα ασφαλέστερα μέσα μεταφοράς.

02

άρρητος, μη ρητός

related to a number that can not be written as a simple fraction 
Παραδείγματα
The number pi is irrational, meaning it has an infinite, non-repeating decimal form. 

Ο αριθμός π είναι άρρητος, που σημαίνει ότι έχει μια άπειρη, μη επαναλαμβανόμενη δεκαδική μορφή.

01

άρρητος, άρρητος αριθμός

a number that cannot be written as a fraction of two integers 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
irrationals
Παραδείγματα
The square root of 2 is an irrational. 

Η τετραγωνική ρίζα του 2 είναι ένας άρρητος αριθμός.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store