Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ironing
01
σιδέρωμα, σιδέρωμα ρούχων
the activity of making clothes, etc. smooth using an iron
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He prefers to do his ironing while listening to music, making the chore more enjoyable.
Προτιμά να κάνει το σιδέρωμα ενώ ακούει μουσική, κάνοντας τη δουλειά πιο ευχάριστη.
02
σιδέρωμα, ρούχα για σιδέρωμα
garments (clothes or linens) that are to be (or have been) ironed
Λεξικό Δέντρο
ironing
iron



























