area
a
ˈeə
e
rea
riə
riē
arenaarecaardea

Ορισμός και σημασία του "area"στα αγγλικά

01

περιοχή, ζώνη

a particular part or region of a city, country, or the world 
area definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
areas
Παραδείγματα
The area around the lake is a popular picnic spot. 

Η περιοχή γύρω από τη λίμνη είναι ένα δημοφιλές μέρος για πικνίκ.

02

περιοχή, τομέας

a section of a structure distinguished by a specific characteristic or function 
area definition and meaning
Παραδείγματα
The playground area is fenced for safety. 

Η περιοχή της παιδικής χαράς είναι περιφραγμένη για ασφάλεια.

03

επιφάνεια

the measurement of a piece of land or a flat surface 
area definition and meaning
Παραδείγματα
The area of a rectangle can be calculated by multiplying its length by its width. 

Η επιφάνεια ενός ορθογωνίου μπορεί να υπολογιστεί πολλαπλασιάζοντας το μήκος του με το πλάτος του.

04

πεδίο, τομέας

a specific field or subject of study or expertise 
Παραδείγματα
His primary area of research is renewable energy technology. 

Ο κύριος τομέας έρευνάς του είναι η τεχνολογία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

05

περιοχή, ζώνη

a part of an animal with a specialized function 
Παραδείγματα
The sensory area of the skin responds to touch. 

Η αισθητήρια περιοχή του δέρματος ανταποκρίνεται στην αφή.

06

πεδίο, τομέας

a particular environment, field, or sphere of activity 
Παραδείγματα
He is well known in the academic area of linguistics. 

Είναι γνωστός στον ακαδημαϊκό τομέα της γλωσσολογίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store