Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ardor
01
θέρμη, πάθος
deep and passionate love or affection for someone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her ardor for her children was evident in every loving gesture she made.
Ο ζήλος της για τα παιδιά της ήταν εμφανής σε κάθε στοργική χειρονομία που έκανε.
02
πάθος, ζήλος
strong enthusiasm or passionate eagerness, often for a cause, goal, or activity
Παραδείγματα
She worked with ardor to finish the project on time.
Δούλεψε με ζήλο για να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.



























