ardor
ar
ˈɑ:
aa
dor
armorarbor
ardour

Ορισμός και σημασία του "ardor"στα αγγλικά

01

θέρμη, πάθος

deep and passionate love or affection for someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her ardor for her children was evident in every loving gesture she made. 

Ο ζήλος της για τα παιδιά της ήταν εμφανής σε κάθε στοργική χειρονομία που έκανε.

02

πάθος, ζήλος

strong enthusiasm or passionate eagerness, often for a cause, goal, or activity 
Παραδείγματα
She worked with ardor to finish the project on time. 

Δούλεψε με ζήλο για να ολοκληρώσει το έργο εγκαίρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store