Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
irate
01
οργισμένος, θυμωμένος
reactively angry, almost to the point of temporarily losing self-control due to feelings of intense rage
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most irate
συγκριτικός βαθμός
more irate
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, conflict
Παραδείγματα
Road ragers risk getting into dangerous confrontations when flying into irate fits at petty driving mistakes.
Οι οδηγοί με οδική οργή κινδυνεύουν να μπουν σε επικίνδυνες αντιπαραθέσεις όταν ξεσπούν σε οργισμένες εκρήξεις λόγω μικρών λαθών οδήγησης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
irately
irate



























