Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ardent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ardent
συγκριτικός βαθμός
more ardent
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, behavior, attitude
Παραδείγματα
She was an ardent supporter of the environmental movement, dedicating her weekends to clean-up drives.
Ήταν μια παθιασμένη υποστηρίκτρια του περιβαλλοντικού κινήματος, αφιερώνοντας τα Σαββατοκύριακά της σε καθαριστικές επιχειρήσεις.
02
φλογερός, λαμπερός
radiating warmth, light, or brilliance, often used poetically to describe something fiery or luminous
Παραδείγματα
The ardent sun beat down on the desert sands.
Ο φλογερός ήλιος χτυπούσε τις άμμους της ερήμου.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
ardently
ardent



























