Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
involved
01
εμπλεκόμενος, συμμετέχων
actively participating or included in a particular activity, event, or situation
Παραδείγματα
He became involved in local politics after witnessing issues that directly affected his community.
Ενσχέθηκε στην τοπική πολιτική μετά από την παρακολούθηση θεμάτων που επηρέαζαν άμεσα την κοινότητά του.
02
μπλεγμένος, παγιδευμένος
entangled or hindered as if e.g. in mire
03
εμπλεκόμενος, συναισθηματικά δεμένος
emotionally involved
04
πολύπλοκος, περίπλοκος
complex and difficult to understand due to many connected parts
Παραδείγματα
The project became increasingly involved as more details emerged.
Το έργο έγινε όλο και πιο περίπλοκο καθώς εμφανίζονταν περισσότερες λεπτομέρειες.
05
εμπλεκόμενος, τυλιγμένος
enveloped
Λεξικό Δέντρο
uninvolved
involved
involve



























