Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
involved
01
εμπλεκόμενος, συμμετέχων
actively participating or included in a particular activity, event, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most involved
συγκριτικός βαθμός
more involved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was deeply involved in organizing the charity event, overseeing every detail to ensure its success.
Ήταν βαθιά εμπλεκόμενη στην οργάνωση της φιλανθρωπικής εκδήλωσης, επιβλέποντας κάθε λεπτομέρεια για να διασφαλίσει την επιτυχία της.
02
μπλεγμένος, παγιδευμένος
entangled or hindered as if e.g. in mire
03
εμπλεκόμενος, συναισθηματικά δεμένος
emotionally involved
04
πολύπλοκος, περίπλοκος
complex and difficult to understand due to many connected parts
Παραδείγματα
The instructions were too involved for a beginner to follow.
Οι οδηγίες ήταν πολύ περίπλοκες για να ακολουθηθούν από έναν αρχάριο.
05
εμπλεκόμενος, τυλιγμένος
enveloped
Λεξικό Δέντρο
uninvolved
involved
involve



























