involved
in
ɪn
in
volved
ˈvɒlvd
volvd
devolvedrevolvedabsolvedunsolved

Ορισμός και σημασία του "involved"στα αγγλικά

01

εμπλεκόμενος, συμμετέχων

actively participating or included in a particular activity, event, or situation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most involved
συγκριτικός βαθμός
more involved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was deeply involved in organizing the charity event, overseeing every detail to ensure its success. 

Ήταν βαθιά εμπλεκόμενη στην οργάνωση της φιλανθρωπικής εκδήλωσης, επιβλέποντας κάθε λεπτομέρεια για να διασφαλίσει την επιτυχία της.

02

μπλεγμένος, παγιδευμένος

entangled or hindered as if e.g. in mire 
03

εμπλεκόμενος, συναισθηματικά δεμένος

emotionally involved 
04

πολύπλοκος, περίπλοκος

complex and difficult to understand due to many connected parts 
Παραδείγματα
The instructions were too involved for a beginner to follow. 

Οι οδηγίες ήταν πολύ περίπλοκες για να ακολουθηθούν από έναν αρχάριο.

05

εμπλεκόμενος, τυλιγμένος

enveloped 

Λεξικό Δέντρο

uninvolved
involved
involve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store