involved
Pronunciation
/ˌɪnˈvɑɫvd/

Ορισμός και σημασία του "involved"στα αγγλικά

01

εμπλεκόμενος, συμμετέχων

actively participating or included in a particular activity, event, or situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most involved
συγκριτικός βαθμός
more involved
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He became involved in local politics after witnessing issues that directly affected his community.
Ενσχέθηκε στην τοπική πολιτική μετά από την παρακολούθηση θεμάτων που επηρέαζαν άμεσα την κοινότητά του.
02

μπλεγμένος, παγιδευμένος

entangled or hindered as if e.g. in mire
03

εμπλεκόμενος, συναισθηματικά δεμένος

emotionally involved
04

πολύπλοκος, περίπλοκος

complex and difficult to understand due to many connected parts
Παραδείγματα
The project became increasingly involved as more details emerged.
Το έργο έγινε όλο και πιο περίπλοκο καθώς εμφανίζονταν περισσότερες λεπτομέρειες.
05

εμπλεκόμενος, τυλιγμένος

enveloped

Λεξικό Δέντρο

uninvolved
involved
involve
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store