invitation
in
ˌɪn
ιν
vi
βι
ta
ˈteɪ
τει
tion
ʃən
σαν
/ˌɪnvɪˈteɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "invitation"στα αγγλικά

01

πρόσκληση

a written or spoken request to someone, asking them to attend a party or event
invitation definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
invitations
Παραδείγματα
The invitation included the date, time, and venue of the event.
Η πρόσκληση περιλάμβανε την ημερομηνία, την ώρα και τον τόπο της εκδήλωσης.
02

πρόσκληση, προσβολή

a tempting allurement

Λεξικό Δέντρο

invitational
invitation
invite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store