invective
in
ɪn
ιν
vec
ˈvɛk
βεκ
tive
tɪv
τιβ
inactiveinfectiveinventiveinductive

Ορισμός και σημασία του "invective"στα αγγλικά

01

ύβρις, προσβολή

the usage of abusive, insulting, and rude language when one is extremely angry 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
invectives
Παραδείγματα
His speech was filled with invective aimed at his opponents. 

Η ομιλία του ήταν γεμάτη υβριστικές εκφράσεις που απηύθυναν στους αντιπάλους του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store