invalidation
Pronunciation
/ˌɪnˌvæɫəˈdeɪʃən/

Ορισμός και σημασία του "invalidation"στα αγγλικά

01

ακύρωση, αντικρούση

the act of making or proving a belief, idea, argument, etc. wrong
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company challenged the invalidation of its permit.
Η εταιρεία αμφισβήτησε την ακύρωση της άδειάς της.

Λεξικό Δέντρο

invalidation
validation
validate
valid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store