Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Invalidation
01
ακύρωση, αντικρούση
the act of making or proving a belief, idea, argument, etc. wrong
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The court ordered the invalidation of the contract.
Το δικαστήριο διέταξε την ακύρωση της σύμβασης.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
invalidation
validation
validate
valid



























