Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intuit
01
διαισθάνομαι, προαισθάνομαι
to grasp or comprehend something instinctively and without conscious reasoning
Transitive: to intuit that | to intuit sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intuit
γ΄ ενικό πρόσωπο
intuits
ενεστώτα μετοχή
intuiting
απλός αόριστος
intuited
παθητική μετοχή
intuited
Παραδείγματα
He could intuit that something was bothering his friend based on the subtle change in his demeanor.
Μπορούσε να διαισθανθεί ότι κάτι ενοχλούσε τον φίλο του βασισμένος στη λεπτή αλλαγή στη συμπεριφορά του.
Λεξικό Δέντρο
intuitive
intuit



























