Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to intuit
01
διαισθάνομαι, προαισθάνομαι
to grasp or comprehend something instinctively and without conscious reasoning
Transitive: to intuit that | to intuit sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
intuit
γ΄ ενικό πρόσωπο
intuits
ενεστώτα μετοχή
intuiting
απλός αόριστος
intuited
παθητική μετοχή
intuited
Παραδείγματα
She could intuit from the teacher's expression that the exam would be challenging.
Μπορούσε να διαισθανθεί από την έκφραση του δασκάλου ότι η εξέταση θα ήταν προκλητική.
Λεξικό Δέντρο
intuitive
intuit



























