intruder
int
ˈɪnt
int
ru
ru:
roo
der
Tudor

Ορισμός και σημασία του "intruder"στα αγγλικά

01

εισβολέας, διαρρήκτης

a person who breaks into someone else's property; often with a criminal intention 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
intruders
Παραδείγματα
The intruder was caught on camera breaking into the house. 

Ο εισβολέας πιάστηκε στην κάμερα να μπαίνει στο σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

intruder
intrude
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store